ΣτΕ 2151/2014 : Δυνατότητα της Διοίκησης να μην συμμορφώνετα προς τις δικαστικές αποφάσεις

classic Κλασσικό list Λίστα threaded Νήμα
1 μήνυμα Επιλογές
Απάντηση | Νήμα
Ανοίξτε αυτό το μήνυμα σε προβολή νήματος
|

ΣτΕ 2151/2014 : Δυνατότητα της Διοίκησης να μην συμμορφώνετα προς τις δικαστικές αποφάσεις

apofoitoi
Διαχειριστής

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΑ ΜΗΝ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Δεν αποκλείεται η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθ. 20 § 1, 25 § 1, 26, 94 § 1 και 95 Συντ., 6 § 1 ΕΣΔΑ και 14 § 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 2151/2014 Γ΄ Τμ. (7μελές)


Πρόεδρος: Δ. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος.

Εισηγητής: Δ. Βανδώρος, Πάρεδρος.

Δικηγόροι: Ευ. Χλούπης, Ν. Μουκαζής (Πάρεδρος ΝΣΚ).


4. Στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο άρθρο 20 § 1 ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 25 § 1 ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας», στο άρθρο 26 ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια …», στο άρθρο 94 § 1 ότι: «Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου» και στο άρθρο 95 ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) …, γ) …, δ) … 2. … 3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση και τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει. 4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Εξάλλου, στο άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α 256) ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α 25) ορίζεται ότι : «Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα. …», στο δε άρθρο 26 αυτού, ορίζεται ότι: «Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. …».

5. Ο Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3079/2002 (Α΄ 311) ορίζει στο άρθρο 23 ότι: «1. … 4. α) Τα κριτήρια αξιολόγησης – ουσιαστικά προσόντα των Αξιωματικών κατατάσσονται σε πέντε ομάδες, ως εξής: (αα) Διοικητικές ικανότητες. (ββ) Υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά. (γγ) Γνώση του αντικειμένου και υπηρεσιακή απόδοση. (δδ) Λοιπά επαγγελματικά και ειδικά προσόντα. (εε) Ηθικά ψυχικά και σωματικά προσόντα. β) Τα κριτήρια αξιολόγησης που προσδιορίζουν τα ουσιαστικά προσόντα των κρινόμενων Αξιωματικών χαρακτηρίζονται με τα κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ». Χαρακτηρισμός κριτηρίου αξιολόγησης ως «Γ» ή «Δ» συνοδεύεται από εμπεριστατωμένη, σαφή και επαρκή αιτιολογία, που στηρίζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα ή πραγματικά στοιχεία, διαφορετικά το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεως δεν λαμβάνει υπόψη το αναφερόμενο στην έκθεση αξιολόγησης δυσμενή χαρακτηρισμό … 5. Ο χαρακτηρισμός όλων των Αξιωματικών, από της ισχύος του 2935/2001 (Α 162), με βάση τα προσδιοριζόμενα από τα κριτήρια αξιολόγησης ουσιαστικά τους προσόντα, ορίζεται ως εξής: «Α»: «εξαίρετος» «Β»: «επαρκής» «Γ»: «ανεπαρκής» «Δ»: «μη παραδεκτός». 6. …». Εξάλλου, σε εκτέλεση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παράγραφος 4 του ν. 2935/2001 έχει εκδοθεί το π.δ. 56/2002 «Εκθέσεις αξιολόγησης προσωπικού Λιμενικού Σώματος» (Α 49), το άρθρο 11 του οποίου ορίζει ότι: «Η αντιστοίχιση του παλαιού συστήματος αξιολόγησης, που προέβλεπε βαθμολόγηση των ουσιαστικών προσόντων με ακέραιους αριθμούς από ένα (1) μέχρι δέκα (10), με το νέο σύστημα που προβλέπει αξιολόγηση με κεφαλαία γράμματα «Α», «Β», «Γ» και «Δ», είναι η παρακάτω: παλαιό σύστημα … οκτώ, εννέα (8,9) … νέο σύστημα «Β» επαρκής …». Ο προαναφερθείς Κώδικας του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος ορίζει στο άρθρο 28 ότι: «Οι Αξιωματικοί ΛΣ κρίνονται και εγγράφονται στους προβλεπόμενους από την παράγραφο 1 του άρθρου 33 πίνακες ως: α) «Προακτέοι», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «εξαίρετοι», ή «επαρκείς» και κρινόμενοι κατάλληλοι για προαγωγή στον επόμενο βαθμό. β) «Διατηρητέοι», εκείνοι που θεωρούνται κατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν και, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2(α) του άρθρου 48, παραμένουν στο ΛΣ με τον κατεχόμενο βαθμό. γ) «Ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν ή κατά τη διενέργεια της αποστρατείας τους, καθώς επίσης και εκείνοι που δεν συγκεντρώνουν σε απόλυτο βαθμό τα ουσιαστικά προσόντα τα οποία απαιτούνται για τη κάλυψη ανώτερης θέσης ή και δεν αποδίδουν κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους, αλλά με βάση το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων χαρακτηρίζονται ως «επαρκείς» για προαγωγή πριν τεθούν σε αποστρατεία. δ) «Παραμένοντες στον ίδιο βαθμό», οι χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «ανεπαρκείς», αλλά θεωρούμενοι κατάλληλοι για την ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν. ε) «Αποστρατευτέοι», εκείνοι που θεωρούνται ακατάλληλοι για την αποτελεσματική ενάσκηση των καθηκόντων του βαθμού που φέρουν, χαρακτηριζόμενοι από το σύνολο των ουσιαστικών τους προσόντων, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, ως «μη παραδεκτοί» ή όσοι κρίνονται ως «αποστρατευτέοι» κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού και έχουν χαρακτηρισθεί ως «ανεπαρκείς», ενώ στο άρθρο 32 ότι: «4. Η κρίση των αρμόδιων Συμβουλίων αποβαίνει σε βάρος των κρινόμενων Αξιωματικών: α) Με το χαρακτηρισμό τους ως: (αα) «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», με εξαίρεση τις οριζόμενες στις παραγράφους 3 (α) και 3(β) (ββ) του άρθρου 34, 1(γ) (αα) και 2(β) (αα) του άρθρου 45 και 6 (α) και 8 (α) του άρθρου 48 περιπτώσεις, (ββ) «Παραμενόντων στον ίδιο βαθμό» (γγ) «Αποστρατευτέων», που συνεπάγεται την εγγραφή τους στους αντίστοιχους πίνακες. β) … 6. Σε όλες τις περιπτώσεις κρίσης συνεκτιμάται η υπηρεσιακή συμπεριφορά σε όλους τους βαθμούς, ιδιαίτερα στον κατεχόμενο. Η κρίση του Αξιωματικού στον κατεχόμενο βαθμό δύναται να επηρεασθεί δυσμενώς στις περιπτώσεις που ελάττωμα, αδυναμία ή έλλειψη προσόντος επαναλαμβάνεται κατά τρόπο που δείχνει ελαττωμένη αντίληψη των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το αξίωμα, τη θέση ή τα καθήκοντά του». Περαιτέρω ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο μεν άρθρο 33 ότι: «1. Τα Συμβούλια Κρίσεων με την κατάρτιση του πρακτικού κάθε συνεδρίασης συντάσσουν πίνακες εις διπλούν για όσους έκριναν, χωριστά κατά είδος κρίσης, κατηγορία και βαθμό, που υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τα μέλη και το γραμματέα, ως εξής: α) … β) Για τους Αρχιπλοιάρχους Λ.Σ.: Πίνακας Α΄ «Διατηρητέων», Πίνακας Β΄ «Ευδοκίμως τερματισάντων τη σταδιοδρομία τους», Πίνακας Γ΄ «Αποστρατευτέων». γ) … 2. Οι καταρτιζόμενοι από τα Συμβούλια Κρίσεων πίνακες είναι οριστικοί και δεν υπόκεινται σε άλλη διατύπωση, υποβάλλονται δε στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας από τους Προέδρους των Συμβουλίων, μέσω της Διεύθυνσης Προσωπικού ΛΣ. Οι πίνακες αυτοί, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 36, κυρώνονται με προεδρικά διατάγματα … 4. Σε εκτέλεση των πινάκων των εγγεγραμμένων ως αποστρατευτέων, ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας προκαλεί το αργότερο εντός τριάντα ημερών από της ισχύος των σχετικών πινάκων, τα προεδρικά διατάγματα αυτεπάγγελτης αποστρατείας αυτών των Αξιωματικών. Ομοίως απαιτείται κατά την περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 35. 5. …», στο δε άρθρο 36 ότι: «1. α) Η Διεύθυνση Προσωπικού ΛΣ εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ισχύ των πινάκων κοινοποιεί στους δυσμενώς κριθέντες Αξιωματικούς Λ.Σ. με εμπιστευτικό έγγραφο την απόφαση του Συμβουλίου με την αιτιολογία της. Οι εν λόγω Αξιωματικοί μπορούν να ζητήσουν την επανάληψη της κρίσης τους από το αρμόδιο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσης, υποβάλλοντας ιεραρχικά, μέσω της προαναφερόμενης Διεύθυνσης, σχετική αίτηση με τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μία φορά και εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της δυσμενούς απόφασης. β) …», στο άρθρο 39 § 1 ότι: «Ο Αρχηγός του Λ.Σ. επιλέγεται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής, Υποναυάρχων ΛΣ, καθώς και των Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται εν ενεργεία, προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Αρχηγού ΛΣ» και στο άρθρο 42 ότι: «1. Οι Υπαρχηγοί και ο Γενικός Επιθεωρητής ΛΣ επιλέγονται μεταξύ των εν ενεργεία κατά το χρόνο της επιλογής Αρχιπλοιάρχων της παραγράφου 1α (αα) του άρθρου 14, που συμπληρώνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους επιλογής τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα του άρθρου 19, εξαιρουμένων εκείνων οι οποίοι στα πλαίσια της διοικητικής τους αποκατάστασης λογίζονται ότι βρίσκονται στην ενέργεια, προαγόμενοι αναδρομικά στο βαθμό αυτό και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής του Υπαρχηγού. 2. Όταν κενώνονται οι θέσεις του Υπαρχηγών και του Γενικού Επιθεωρητή ΛΣ, το Ανώτατο Συμβούλιο ΛΣ, με ευρύτερη σύνθεση, αποφασίζει ποιοι από αυτούς που έχουν τα κατά την παράγραφο 1 προσόντα είναι ικανοί για την πλήρωση των θέσεων αυτών, οι οποίοι και προάγονται αυτοδίκαια με την επιλογή τους στο βαθμό του Υποναυάρχου. Οι παραλειπόμενοι αρχαιότεροι των επιλεγέντων Αρχιπλοιάρχων θεωρούνται ως «ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους», εγγραφόμενοι στους οικείους πίνακες. 3. Ο Υποναύαρχος που ορίζεται Γενικός Επιθεωρητής Λ.Σ. είναι νεότερος των Υπαρχηγών».

6. Από το συνδυασμό των παρατεθεισών διατάξεων του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι οι προαγωγές των Αρχιπλοιάρχων σε Υποναυάρχους του Λιμενικού Σώματος διενεργούνται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο οι Αρχιπλοίαρχοι κρίνονται ως διατηρητέοι, ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία τους ή ως αποστρατευτέοι και εγγράφονται αντίστοιχα στους πίνακες «διατηρητέων», «ευδοκίμως τερματισάντων την σταδιοδρομία τους» ή «αποστρατευτέων». Κατά το δεύτερο στάδιο το αρμόδιο συμβούλιο αποφασίζει ποιος από τους Αρχιπλοιάρχους του Λιμενικού Σώματος οι οποίοι έχουν εγγραφεί στον πίνακα «διατηρητέων» κρίνεται προακτέος για την πλήρωση κενής θέσης Υποναυάρχου (βλ. ΣτΕ 2643, 816/2008, 1011, 1012/2007). Η κρίση είναι αυτοτελής και γίνεται κατά τη σειρά αρχαιότητας των διατηρητέων Αρχιπλοιάρχων.

7. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 20 § 1, 25 § 1, 26, 94 § 1 και 95 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται οι αρχές της ισότητας, της διάκρισης των λειτουργιών, του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελούν τα κατά τα άρθρα 94 και 95 ασκούμενα ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας ένδικα μέσα της προσφυγής ουσίας και της αίτησης ακύρωσης, δεν αποκλείεται η θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωσή της προς ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι διατάξεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δεν προσβάλλουν τον πυρήνα του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας και σέβονται την αρχή της αναλογικότητας (βλ. σχετ. ΑΕΔ 14/2013). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τέτοιες νομοθετικές διατάξεις δεν αντίκεινται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.

8. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 42 § 1 και 39 § 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος συνάγεται ότι προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων του Αντιναυάρχου-Αρχηγού ΛΣ, των Υποναυάρχων-Υπαρχηγών ΛΣ και του Υποναυάρχου-Γενικού Επιθεωρητή ΛΣ κρίνονται οι, κατά το χρόνο της επιλογής, κατέχοντες τους βαθμούς των Υποναυάρχων και Αρχιπλοιάρχων (για το βαθμό του Αντιναυάρχου-Αρχηγού ΛΣ), και Αρχιπλοιάρχων (για τους βαθμούς των Υποναυάρχων-Υπαρχηγών ΛΣ και του Υποναυάρχου-Γενικού Επιθεωρητή ΛΣ) και είναι πράγματι εν ενεργεία. Αποκλείονται δε από την κρίση προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών οι ήδη αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες στους βαθμούς του Υποναυάρχου ή του Αρχιπλοιάρχου, οι οποίοι στο πλαίσιο της διοικητικής τους αποκατάστασης, συνεπεία ακυρωτικής δικαστικής απόφασης της δυσμενούς τους κρίσης, λογίζονται εν ενεργεία, κατά το χρόνο της επίδικης κρίσης, για την πλήρωση των οργανικών θέσεων προαγόμενοι αναδρομικά στους βαθμούς αυτούς και σε χρόνο μεταγενέστερο της επιλογής. Η ρύθμιση αυτή, η οποία αφορά μόνον τις κορυφαίες ηγετικές θέσεις του ΛΣ, αποσκοπεί στη διασφάλιση σταθερής συγκρότησης της ηγεσίας του, προς χάρη της ομαλής λειτουργίας του, ως στρατιωτικής υπηρεσίας, καθώς και στην επιλογή της ηγεσίας του ΛΣ από εν ενεργεία αξιωματικούς και όχι αποστρατευθέντες ή μη προαχθέντες κατά το παρελθόν, οι οποίοι είτε συνεπεία της αποστρατείας τους βρίσκονται συνήθως επί μακρό χρόνο εκτός των τάξεων του στρατεύματος, είτε υπηρετούν σε αυτό με βαθμό κατώτερο των κρινομένων. Εξάλλου, οι αξιωματικοί του ΛΣ, οι οποίοι, ενόψει των ανωτέρω, δεν δύνανται να κριθούν προς προαγωγή για την πλήρωση των οργανικών θέσεων των πιο πάνω βαθμών, δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, εξαιτίας της οποίας απώλεσαν την ευκαιρία να κριθούν προς προαγωγή στους πιο πάνω βαθμούς, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ).

9. Με τις έχουσες την ανωτέρω έννοια διατάξεις των άρθρων 42 § 1 και 39 § 1 του Κώδικα του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, εισάγεται σοβαρός περιορισμός της υποχρέωσης συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών εφετείων. Ο περιορισμός όμως αυτός, ο οποίος θεσπίζεται με διατάξεις οι οποίες είναι γενικής εφαρμογής, δεν είναι προδήλως απρόσφορος ή μη αναγκαίος για την επίτευξη του προεκτεθέντος επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου τέθηκε. Εξάλλου, ενόψει και του ότι οι θιγόμενοι δύνανται να αξιώσουν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ακυρωθείσα παράνομη διοικητική πράξη, ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας δεν θίγει τον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος ούτε η βλάβη που υφίστανται τα υποκείμενα του δικαιώματος παρίσταται προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με το όφελος που προκύπτει για το δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, οι νομοθετικές αυτές διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 20 § 1, 25 § 1, 26, 94 § 1 και 95 του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 14 § 1 και 26 του ΔΣΑΠΔ.